Όταν η αμφισβήτηση του παρελθόντος συνάντησε τη δικαίωση του σήμερα
Γράφει ο Ιωάννης Δόνδωρος
Αγαπητοί μου φίλοι και φίλες, το σημερινό άρθρο που σας παρουσιάζω αποτυπώνει ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της προσωπικής μου πορείας, ως πρώην προπονητής.
Δεν έγραψα αυτό το άρθρο για να δικαιώσω τον εαυτό μου. Ο χρόνος δεν έχει ανάγκη από συνηγόρους. Το έγραψα γιατί πιστεύω ότι κάθε γενιά οφείλει να παραδώσει στην επόμενη όχι μόνο τις επιτυχίες της αλλά και τα λάθη, τις αμφιβολίες, τις συγκρούσεις και τα διδάγματά της.
Γεγονός είναι ότι υπάρχουν προπονητές που μετρούν την πορεία τους με μετάλλια, τίτλους και διακρίσεις. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που προτιμούν να τη μετρούν με τις ιδέες που άφησαν πίσω τους.
Με την προπονητική ξεκίνησα το 1996 και ολοκλήρωσα τη διαδρομή αυτή το 2024 για σοβαρούς λόγους υγείας, για όσους δεν το γνωρίζουν. Σε περισσότερες λεπτομέρειες δεν θα ήθελα να επεκταθώ. Άφησα πίσω έναν χώρο που αγάπησα από παιδί. Έναν χώρο μέσα στον οποίο έζησα όνειρα, απογοητεύσεις, επιτυχίες, ανθρώπους που πίστεψαν σε μένα και άλλους που με αμφισβήτησαν.
Σήμερα δεν κρατώ κακία σε κανέναν. Για ποιο λόγο άλλωστε; Ο χρόνος είναι ο πιο δίκαιος κριτής. Εκείνος αποφασίζει ποιες ιδέες αντέχουν. Εκείνος ξεχωρίζει τη μόδα από την ουσία.
Ύστερα από αυτά τα τριάντα χρόνια παρουσίας στον χώρο της προπονητικής, αισθάνομαι ότι το σημαντικότερο δεν είναι πλέον να μιλήσω για όσα πέτυχα με τα «παιδιά» μου. Εκείνα ανήκουν στο παρελθόν. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία είναι
να μοιραστώ τις σκέψεις μου με τους νέους προπονητές και όσους εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο αθλητισμός εξελίσσεται, όταν εξελίσσεται και ο τρόπος που σκεφτόμαστε.Στην ιστορία του αθλητισμού, υπάρχουν στιγμές που δεν καταγράφονται στα βιβλία. Δεν συνοδεύονται από μετάλλια, ρεκόρ ή φωτογραφίες απονομών. Είναι οι στιγμές όπου για παράδειγμα μια νέα ιδέα, μία νέα σκέψη κάνει την εμφάνισή της και συναντά την πρώτη της «αντίσταση». Δεν είναι εύκολο να είσαι ο πρώτος που δοκιμάζει κάτι διαφορετικό. Ακόμη δυσκολότερο είναι να επιμένεις όταν γύρω σου ακούς ειρωνείες αντί για επιχειρήματα.
Πριν από τριάντα χρόνια επέστρεψα στην Ελλάδα, έχοντας στις αποσκευές μου όχι μόνο γνώσεις από τη διαμονή μου στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στη Γερμανία, αλλά κυρίως μια διαφορετική φιλοσοφία για την προπόνηση. Δεν θεώρησα ποτέ ότι είχα ανακαλύψει τον ηλεκτρισμό ή κάτι πρωτοποριακό. Αντίθετα, πίστευα ότι μετέφερα γνώσεις και πρακτικές που ήδη εφαρμόζονταν σε προηγμένα προπονητικά περιβάλλοντα της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου.
Στη χώρα μας η εικόνα ήταν διαφορετική. Υπήρχε πληθώρα «εμπειρικών» προπονητών οι οποίοι με διάφορους τρόπους είχαν εδραιώσει τη θέση τους, καθώς και τις «θεμελιώδεις» αρχές της προπόνησής τους. Τη δεκαετία του 80’ επικρατούσε η λογική της εξάντλησης του αθλητή με πολλά βάρη στην προπόνηση. Το κομμάτι της τεχνικής προπόνησης παρουσίαζε σοβαρές ελλείψεις. Οι τραυματισμοί των αθλητών και η φθορά των αθλητών, μέσα από αυτούς, ήταν τεράστια. Μέτρα προστασίας… κανένα.
Από τα πρώτα κιόλας χρόνια της προπονητικής μου πορείας διαπίστωσα ότι πολλοί αθλητές παρουσίαζαν σοβαρές ελλείψεις στην τεχνική εκτέλεση των αγωνιστικών κινήσεων. Το γεγονός αυτό σπάνια οφειλόταν στις δυνατότητες ή στο ταλέντο τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούσε συνέπεια ανεπαρκούς προπονητικής καθοδήγησης.
Διέκρινα ότι αρκετοί προπονητές δεν διέθεταν την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση ούτε την αναγκαία διδακτική ικανότητα για να μεταδώσουν με σαφήνεια και ακρίβεια τα θεμελιώδη τεχνικά στοιχεία του αγωνίσματος (μεταδοτικότητα). Η τεχνική, όμως, δεν είναι απλώς μια αισθητικά σωστή κίνηση· αποτελεί τη βάση της κινητικής μάθησης, της νευρομυϊκής προσαρμογής και της μελλοντικής αθλητικής απόδοσης.
Πιστεύω ακράδαντα ότι η ανάπτυξη της τεχνικής επιδεξιότητας δεν είναι αποτέλεσμα απλώς επανάληψης, αλλά αποτέλεσμα σωστής επανάληψης. Όταν ο αθλητής εκπαιδεύεται εξαρχής με λανθασμένα κινητικά πρότυπα κάνοντας λανθασμένες «μνημονικές εγγραφές» (engrams ή memory traces), αυτά παγιώνονται στο κεντρικό νευρικό σύστημα και η διόρθωσή τους σε μεταγενέστερα στάδια απαιτεί πολλαπλάσιο χρόνο, σημαντική προσπάθεια και, πολλές φορές, δεν επιτυγχάνεται ποτέ στον βαθμό που θα μπορούσε.
Για τον λόγο αυτό, θεωρούσα πάντοτε ότι η πρώτη ευθύνη του προπονητή δεν είναι να αυξήσει την ένταση ή τον όγκο της προπόνησης, αλλά να διασφαλίσει ότι κάθε νέα δεξιότητα διδάσκεται με επιστημονική τεκμηρίωση, παιδαγωγική συνέπεια και απόλυτη τεχνική ακρίβεια. Μόνο πάνω σε αυτές τις στέρεες βάσεις μπορεί να οικοδομηθεί ένας ολοκληρωμένος αθλητής, ικανός να εξελιχθεί και να αξιοποιήσει πλήρως το δυναμικό του. Η τεχνική επιδεξιότητα είναι το πιο ουσιώδες κομμάτι για τον αθλητή. Εκεί επάνω «χτίζεις» ως προπονητής.
Δεν άργησα να καταλάβω ότι το πιο δύσκολο δεν ήταν να προπονήσεις αθλητές. Ήταν να πείσεις ανθρώπους ότι υπάρχει και ένας άλλος δρόμος. Την εποχή που οι περισσότεροι πίστευαν πως η πρόοδος περνά αποκλειστικά μέσα από τα πολλά κιλά στα βάρη και την εξάντληση, εγώ δοκίμαζα κάτι διαφορετικό.
Η αποθεραπεία για πολλούς προπονητές και αθλητές ήταν μία λέξη άγνωστη, όπως και η σωστή προθέρμανση. Η εξάντληση του αθλητή ήταν στην ημερήσια διάταξη κάτι το οποίο με γέμιζε προβληματισμούς.
Το εντυπωσιακό δε ήταν το γεγονός ότι αρκετοί έκαναν τους «ξερόλες». Αντέγραφαν ασκήσεις και προπονητικές τακτικές από τα αθλητικά γκρουπ προηγμένων αθλητικά χωρών που επισκέπτονταν την Ελλάδα για την προετοιμασία τους, χωρίς να γνωρίζουν τον λόγο της εφαρμογής τους.
Ο σωστός και τεκμηριωμένος περιοδισμός της προπόνησης ήταν σε πολύ λίγους γνωστός. Ας μην τοποθετηθώ άλλο και ας μην αναφερθώ στα σημεία που «κέντριζαν»… το ενδιαφέρον των προπονητών, εμπειρικών και μη.
Κάνοντας μία αναδρομή στο παρελθόν, θυμάμαι όταν το 1998 χρησιμοποίησα για πρώτη φορά fitball στην προπόνηση των αθλητών μου, πολλοί συνάδελφοι αντιμετώπισαν αυτή την επιλογή με δυσπιστία. Οι ασκήσεις ισορροπίας θεωρήθηκαν περιττές. Σήμερα όλα αυτά θεωρούνται αυτονόητα.Τότε θεωρούνταν… αστεία.
Η λειτουργική προπόνηση χαρακτηρίστηκε «θεατρική». Οι ασκήσεις της ισορροπίας και της ιδιοδεκτικότητας ήταν άγνωστες εκείνη την εποχή. Άκουσα ακόμη και την εξής φράση, την οποία δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω: «Μπαλαρίνες θα τους κάνεις; Σιγά». Δεν απαντούσα. Άφηνα τη δουλειά να μιλήσει. Στους αθλητές μου εφήρμοζα ασκήσεις της ενόργανης και κάποιες φορές τους έβαζα να παλεύουν, χωρίς πτώση.
Και για να κατανοήσουμε τι σημαίνει λειτουργική προπόνηση, περιληπτικά αναφέρω τα εξής: Λειτουργική προπόνηση είναι η συστηματική εφαρμογή ασκήσεων που αναπαράγουν ή βελτιώνουν τα κινητικά πρότυπα, τις νευρομυϊκές απαιτήσεις και τις φυσικές ικανότητες που είναι απαραίτητες για τη βέλτιστη εκτέλεση μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας ή κίνησης, με στόχο τη μεγιστοποίηση της απόδοσης και τη μείωση του κινδύνου τραυματισμού.
Για μένα, το ανθρώπινο σώμα δεν ήταν μια μηχανή που έπρεπε να καταπονηθεί και να εξαντληθεί. Ήταν ένας εξαιρετικά πολύπλοκος μηχανισμός που έπρεπε πρώτα να κατανοηθεί και στη συνέχεια να αναπτυχθεί.
Στη πορεία, όταν παράλληλα με την προπονητική αθλητών σωματειακού και εθνικού επιπέδου, ασχολήθηκα και με το personal training, είχα μια φιλοσοφία η οποία δεν διαφέρει σε τίποτα με τη σημερινή φιλοσοφία της ατομικής προπόνησης, ιδιαίτερα του fitness, όπου μέσα σε αυτό δεν χρειαζόμουν ούτε τα πολλά βάρη, ούτε γυμναστήρια, τίποτα από όλα αυτά. Η φιλοσοφία μου ήταν τα λάστιχα γυμναστικής, ήταν οι μικροί αλτήρες, ήταν οι ράβδοι σαν τα σκουπόξυλα, όσο και αν σας φαίνεται παράξενο, ήταν ένα σωστό στρώμα εδάφους και ένα πολύζυγο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι κινούμουν στο πλαίσιο της «Καλισθενικής» γυμναστικής, στο σήμερα. Όλα αυτά, εκείνη την εποχή, φάνταζαν άγνωστα στο αθλητικό μας περιβάλλον.
Συνέχεια έβαζα το μυαλό μου να δουλεύει και να σκέφτεται πώς το σώμα μας μπορεί να αναπτυχθεί μυϊκά και να είναι αποτελεσματικό στις κινήσεις που πρέπει να εκτελεί. Και αυτό γιατί το σώμα μας το έβλεπα ως έναν μηχανισμό, ως ένα «αυτοκίνητο», ως έναν «διαστημικό πύραυλο» που έπρεπε να λειτουργήσει κάτω από συγκεκριμένες εγκεφαλικές εντολές.
Οι νόμοι της Φυσικής και της Μηχανικής, για τα αγωνίσματα των ρίψεων αλλά και γενικότερα του στίβου, ήταν το “must” για την εξέλιξή μας ως προπονητές. Στην κατά τα άλλα υπέροχη πατρίδα μας, η φιλοσοφία ήταν… κάνε βάρη, βάρη, βάρη, βάρη, βάρη, βάρη, όλα ήτανε βάρη.
Πάνω σε αυτή λοιπόν τη φιλοσοφία και έχοντας διαβάσει τότε, μικρός ήμουν, διατριβές προπονητών – γυμναστών – καθηγητών, όπως για παράδειγμα τη διατριβή του κυρίου Κομιτούδη για την προπονητική στην αρχαία Ελλάδα, πάνω και σε αυτές τις γνώσεις στηρίχθηκε η προπονητική μου προσέγγιση και φιλοσοφία. Επίσης, οι συνομιλίες και η ανάπτυξη εποικοδομητικών συζητήσεων, όπως για παράδειγμα με τους αγαπητούς και αξιολάτρευτους, κύριο Βασίλη Κοκκόλη (Προπονητής της Άννας Βερούλη, Σοφίας Σακοράφα και Μιρέλας Μανιάνη), καθώς και τον προπονητή μου στη Γερμανία, Werner Goldmann (προπονητής του Ulf Timmermann, Heike Hartwig, Robert & Christian Harting, Detlef Bock, Chang Ming Huang και πολλοί άλλοι) μου πρόσφεραν εξαιρετικές γνώσεις για τη θεμελίωση των μεθόδων προπόνησης που χρησιμοποίησα στα χρόνια της πορείας μου ως προπονητής. Ο Werner Goldmann πίστευε ότι η δύναμη δεν διορθώνει την κακή τεχνική. Αντίθετα, η μεγάλη δύναμη μπορεί να παγιώσει τα τεχνικά λάθη.
Σε σχέση με την προπονητική, λειτούργησα βάσει ενός ιδιαίτερου μείγματος. Το μείγμα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας σε συνδυασμό με εξελιγμένες προπονητικές επιστημονικές προσεγγίσεις από προηγμένες αθλητικά χώρες. Η προπονητική μου δεν στηρίχθηκε ποτέ στην ένταση για την ένταση. Στηρίχθηκε στην επιστήμη. Στηρίχθηκε στη μελέτη του σώματος, της ανθρώπινης κίνησης κίνησης. Αυτό που είχε πολύ μεγάλη σημασία για τις αθλητικές ρίψεις στην προπονητική μου μεθοδολογία ήταν η σωστή σειρά ενεργοποίησης των μυών για να παραχθεί ταχύτητα. Επίσης, σε σχέση με τα βάρη – βάρη – βάρη – βάρη, αυτό που με ενδιέφερε ήταν… πόσα από αυτά τα κιλά μπορούσαν να μετατραπούν σε ταχύτητα της βολής.
Ένα επίσης πολύ σημαντικό στοιχείο στην πορεία μου ως προπονητής ήταν το γεγονός ότι δεν σκέφθηκα ποτέ τη χρήση αθέμιτων τρόπων συντόμευσης του δρόμου προς την επιτυχία των αθλητών - αθλητριών μου, αλλά αντιθέτως, λειτούργησα θέτοντας τον εξής στόχο: την «εγκεφαλική πυροδότηση», μέσω του νευρογλωσσικού προγραμματισμού. Ήταν ο δύσκολος δρόμος, όπως κάποτε μου είχε πει πρώην πρόεδρος της ομοσπονδίας μας. Άλλωστε η θεωρία του placebo παραμένει ακατάρριπτη.
Η θεωρία του placebo στον αθλητισμό είναι ένα από τα πλέον μελετημένα αντικείμενα της αθλητικής ψυχολογίας, της νευροεπιστήμης και της εργοφυσιολογίας. Δεν αφορά μόνο την ψυχολογία, αλλά μπορεί να επιφέρει πραγματικές φυσιολογικές αλλαγές που επηρεάζουν την απόδοση.
Τι είναι το placebo, για τους φίλους αναγνώστες που δεν γνωρίζουν.
Το placebo είναι μια παρέμβαση χωρίς άμεση φαρμακολογική ή εργογόνο δράση, η οποία όμως προκαλεί πραγματική βελτίωση επειδή ο αθλητής πιστεύει ότι θα τον βοηθήσει. Με απλά λόγια: Δεν βελτιώνει η ουσία την απόδοση. Την απόδοση την βελτιώνει η πεποίθηση ότι η ουσία λειτουργεί.
Tα τελευταία χρόνια αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ένα μέρος της αποτελεσματικότητας ορισμένων εργογόνων βοηθημάτων οφείλεται όχι μόνο στη βιοχημική τους δράση, αλλά και στην ισχυρή προσδοκία που συνοδεύει τη χρήση τους. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια πιο σύνθετη αντίληψη της απόδοσης, όπου οι φυσιολογικοί και οι ψυχολογικοί μηχανισμοί αλληλεπιδρούν και ενισχύουν ο ένας τον άλλο.
Σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, οι ίδιες αυτές πρακτικές αποτελούν βασικό κομμάτι της προπονητικής, της αποκατάστασης και της εκγύμνασης αθλητών υψηλού επιπέδου. Δεν αναφέρω αυτή τη διαδρομή για να "δικαιωθώ". Σε καμία περίπτωση. Τη θυμάμαι γιατί αποδεικνύει ένα διαχρονικό φαινόμενο το οποίο μας θυμίζει ότι η καινοτομία σχεδόν πάντα προηγείται της αποδοχής της.
Δύσκολο ήταν να πείσω τους αθλητές μου να ακολουθήσουν αυτά που τους πρότεινα. Δύσκολο, διότι όταν το περιβάλλον γύρω σου έχει βασιστεί σε άλλες μεθόδους και τακτικές, χρειάζεται πολύς χρόνος για να το αλλάξεις το «κατεστημένο».
Όσοι ακολούθησαν τις συμβουλές μου και την καθοδήγησή μου πέτυχαν πολλά και πάνω από όλα κράτησαν την υγεία τους. Δεν τραυματίστηκαν και δεν έπεσαν σε «κατάθλιψη» από τον αντίκτυπο και τα σημάδια που άφηναν πίσω τους οι τραυματισμοί.
Είμαι πραγματικά υπερήφανος για το γεγονός ότι ουδέποτε είχα τραυματισμό αθλητή. Και μάλιστα στο σημείο αυτό οι συνάδελφοί μου έλεγαν «Πως να έχεις τραυματισμό αφού δεν φτάνεις τους αθλητές σου στα όρια». Εδώ λοιπόν έχω να απαντήσω ότι κάνουν ένα πολύ μεγάλο λάθος όλοι όσοι με σχολίασαν αρνητικά. Και τον λόγο έχει ο εργοφυσιολόγος μου και η ομάδα του, η οποία έκανε τις μετρήσεις των αθλητών μου στο εργομετρικό κέντρο.
Αυτό που έχω να πω και αυτό που έχω να δώσω ως απάντηση σε σχέση με το αν έφταναν οι αθλητές μου στα όρια, είναι το εξής: Σαφώς και τους έφτανα στα όρια. Σημασία έχει πόσες φορές μέσα στο έτος θα φτάσεις τον αθλητή σου στα όρια ή στην εξάντληση. Η προπόνηση από μόνη της είναι καταπόνηση. Σημασία έχει ο δείκτης καταπόνησης πόσο υψηλός είναι, πρώτον. Και δεύτερον, τον αθλητή σου τον θέλεις φρέσκο στον αγώνα. Τα τεστ τα έχεις κάνει πολύ νωρίτερα. Σημασία έχει πόσα τεστ έχεις κάνει, σε τι χρόνο τα έχεις κάνει και ποια περίοδο του έτους τα έχεις κάνει. Αυτά έχω να δηλώσω και να αναφέρω σε σχέση με το αν οδηγούσα τους αθλητές μου στα όρια.
Πολύ σημαντικό που θεωρώ ότι αξίζει να το αναφέρω. Θα πρέπει όλοι να «διαβάζουμε» το πρόσωπο και τα μάτια του αθλητή ή της αθλήτριας. Εκεί φαίνονται όλα. Ό,τι πρόγραμμα και να έχεις δομήσει, σημασία έχει να μπορείς να διαβάσεις τον αθλητή για να δεις εάν μπορεί να το ακολουθήσει. Ένα ημερήσιο πρόγραμμα μπορεί να αλλάξει, ο εβδομαδιαίος ή ο μηνιαίος προγραμματισμός μπορεί να αλλάξει, εάν κι εφόσον χρειαστεί, ιδιαίτερα όταν δεις την κόπωση στα μάτια του αθλητή, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερκόπωση. Εκεί λοιπόν, στο σημείο αυτό, εάν συνεχίσεις να τον «σφυροκοπάς» με εξαντλητική προπόνηση, το πιθανότερο είναι να έχεις τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που πραγματικά επιθυμείς για τον αθλητή σου. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται ευελιξία, αναπροσαρμογή της ημερήσιας προπόνησης. Αυτή η διαδικασία βασίζεται στην αντιληπτική ικανότητα, την οξυδέρκεια και την εμπειρία του προπονητή.
Στόχος μου δεν ήταν να εξαντλήσω έναν αθλητή. Στόχος μου ήταν να τον εξελίξω. Για μένα, η πρόληψη ήταν πάντα σημαντικότερη από την αποκατάσταση. Με τα χρόνια, πολλά από εκείνα που τότε αντιμετωπίστηκαν με ειρωνεία έγιναν καθημερινότητα στην προπονητική και στο fitness. Αυτό δεν το λέω με διάθεση δικαίωσης. Το λέω γιατί η γνώση προχωρά. Κι εμείς οφείλουμε να προχωράμε μαζί της.
Η προσωπική μου φιλοσοφία δεν βασίστηκε ποτέ στην άποψη ότι, για παράδειγμα, τα περισσότερα κιλά στα βάρη δημιουργούν καλύτερους αθλητές. Αντιμετώπισα το ανθρώπινο σώμα ως ένα ολοκληρωμένο βιολογικό σύστημα, όπου η δύναμη, η ισορροπία, ο νευρομυϊκός συντονισμός, η κινητικότητα και η πρόληψη των τραυματισμών είναι στοιχεία που συνδέονται αλληλένδετα μεταξύ τους.
Δεν επένδυσα στην εξάντληση. Επένδυσα στην ποιότητα της κίνησης.
Δεν αναζήτησα τη γρήγορη εντύπωση. Αναζήτησα τη μακροχρόνια εξέλιξη.
Γι' αυτό και η μεγαλύτερη ικανοποίηση της προπονητικής μου πορείας δεν ήταν μόνο οι όποιες διακρίσεις των αθλητριών και των αθλητών μου. Ήταν το γεγονός ότι οι αθλητές μου ολοκλήρωναν την πορεία τους χωρίς τραυματισμούς που να οφείλονται στην προπονητική διαδικασία.
Πίσω από κάθε προπόνηση υπήρχε συνεργασία με εργοφυσιολόγους, ιατρούς, διατροφολόγους και συνεχής αξιολόγηση. Η προπόνηση δεν ήταν ποτέ υπόθεση διαίσθησης. Ήταν διαδικασία που στηριζόταν στην επιστημονική γνώση και στη διαρκή αναζήτηση. Ήταν μία διαδικασία η οποία στηριζόταν στη στατιστική και στην ανάλυση των δεδομένων που συνέλεγα.
Κάποτε, θυμάμαι, ένιωθα ότι με κορόϊδευαν συνάδελφοι που χρησιμοποιούσα κάμερα, φωτογραφική μηχανή και lap top στην προπόνηση. Έτσι συνέλεγα και κατέγραφα όλα αυτά που ήθελα να εξετάσω και να αναλύσω μετά την προπόνηση. Σίγουρα, όχι για «φιγούρα» όπως πίστευαν. Εγώ απλά έκανα τη δουλειά μου και το καθήκον μου, όσο καλύτερα μπορούσα, απέναντι στους αθλητές και τις αθλήτριές μου, αλλά και στη συνείδησή μου. Σήμερα, άπαντες χρησιμοποιούν τη video ανάλυση, την επαγγελματική φωτογράφηση για αναλύσουν την αθλητική κίνηση.
Η εμπειρία μου όλα αυτά τα χρόνια με δίδαξε κάτι πολύ σημαντικό. Ο μεγαλύτερος εχθρός της εξέλιξης δεν είναι η άγνοια. Είναι η βεβαιότητα ότι «τα ξέρουμε όλα». Η επιστήμη προχωρά επειδή κάποιοι συνεχίζουν να αμφισβητούν ακόμη και τις δικές τους βεβαιότητες. Ο αθλητισμός οφείλει να κάνει το ίδιο.
Σήμερα δεν αισθάνομαι την ανάγκη να συγκριθώ με κανέναν. Εκείνοι που κάποτε ειρωνεύονταν ίσως είχαν τους δικούς τους λόγους. Η εποχή ήταν διαφορετική. Οι πληροφορίες ήταν λιγότερες. Οι συνήθειες δύσκολα άλλαζαν. Εκείνο όμως που δεν αλλάζει ποτέ είναι η αξία της γνώσης.
Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, προτιμώ να κρατήσω μόνο ένα συναίσθημα. Την ευγνωμοσύνη για όλους εκείνους που πίστεψαν σε μένα. Αλλά και για εκείνους που προσπάθησαν να με μειώσουν κι αυτό διότι χωρίς να το γνωρίζουν, έγιναν η δύναμη που με έκανε να συνεχίσω να αναζητώ, να μελετώ, να εξελίσσομαι και να παραμένω πιστός στις αρχές μου.
Η μόνη μου ευχή και η μόνη μου συμβουλή προς τους νέους προπονητές είναι να συνεχίσουν να αναζητούν τη γνώση, να μη φοβούνται να αμφισβητήσουν το κατεστημένο και να μην αναζητούν εύκολες λύσεις. Να μη φοβηθούν ποτέ να μελετήσουν περισσότερο από τους άλλους. Ο αθλητισμός έχει ανάγκη από περισσότερη εξειδίκευση στην επιστήμη, περισσότερη παιδεία και περισσότερο ήθος. Καλό θα είναι να συνεργάζονται με την επιστήμη, να προστατεύουν τον αθλητή περισσότερο από τον εγωισμό τους και να θυμούνται ότι η προπονητική δεν είναι αγώνας επιβολής αλλά πράξη ευθύνης κι αυτό διότι οι ιδέες μπορεί να αμφισβητηθούν, η γνώση μπορεί να καθυστερήσει να αναγνωριστεί, η αλήθεια όμως έχει μία ιδιότητα που καμία προκατάληψη δεν μπορεί να της αφαιρέσει - αντέχει στον χρόνο.
Ο χρόνος δικαιώνει τις ιδέες!










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου